www.contactwithspace-ea.com

“Κοσμική Υπέρθεση”

Γλωσσάριο όρων της Οργονομίας, Συγκινησιακή Πανούκλα, Εκδόσεις  ΡΕΩ, Αθήνα 2010


Κοσμική υπέρθεση: Κατά τον Β. Ράιχ πρόκειται για μια θεμελιώδη λειτουργία της φύσης. Εκδηλώνεται ως αμοιβαία διέγερση, έλξη και συγχώνευση (σύντηξη), δύο ή περισσότερων ενεργειακών συστημάτων.

Αποσπάσματα από το βιβλλίο του Βίλχελμ Ράιχ

«Κοσμική Υπέρθεση», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1980.

Η λειτουργία της υπέρθεσης
H σεξουαλική επαφή, αν θεωρηθεί αφαιρετικά και αναχθεί στη βασική της μορφή, εκφράζει την υπέρθεση και τη βιοενεργειακή σύντηξη δύο οργονοτικών συστημάτων. Η βασική της μορφή είναι η ακόλουθη:


Superimposition Fig 002
Εικ. 2


Έχουμε μάθει ν’ ανάγουμε τη μορφή σε κίνηση. Η μορφή, σύμφωνα με την οργονομική λειτουργική σκέψη, είναι «παγιωμένη» κίνηση. Άφθονα στοιχεία έχουν δείξει ότι, η υπέρθεση οφείλεται σε βιοενεργειακές δυνάμεις, που λειτουργούν πέρα απ’ τον έλεγχο της θέλησης. Τα δυο οργονοτικά συστήματα που συμμετέχουν, ωθούνται σε υπέρθεση από μια δύναμη πού, κάτω από φυσικές συνθήκες, δηλαδή συνθήκες που δεν περιορίζονται από εξωτερικά η εσωτερικά εμπόδια, βρίσκεται πέρα απ’ τον έλεγχό τους, είναι ακούσια βιοενεργειακή δράση. Βασικά, η λειτουργία αυτή δεν μπορεί να σταματήσει, ακριβώς όπως δεν μπορεί να σταματήσει ο χτύπος της καρδιάς ή η περίσταλση των εντέρων, εκτός από την περίπτωση βίαιης επέμβασης η με το θάνατο. Όταν δυο παιδιά διαφορετικού φύλου, τριών με πέντε χρόνων, βρίσκονται σε υπέρθεση και οι οργανισμοί τους συντήκονται οργονοτικά, δεν έχουμε να κάνουμε με αναπαραγωγή, στο μέτρο που δεν θα προκύψει από τη σύντηξη αυτή κανένα νέο άτομο. Ούτε και έχουμε να κάνουμε με την «αναζήτηση της ηδονής» με την ψυχολογική έννοια. Η ηδονή, που εμπεριέχεται στην υπέρθεση, είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας και όχι η κινητήρια δύναμη της πράξης. Ας ξεχάσουμε, για ένα λεπτό, όλες τις περίπλοκες ανώτερες λειτουργίες, που προστίθενται αργότερα στη φυσική υπέρθεση. Ας τα ανάγουμε όλα σε λειτουργι­κότητα, πέρα απ’ το άτομο κι ακόμα πέρα απ’ το βασίλειο των ειδών. Ας διεισδύσουμε αρκετά βαθιά, ώστε να δούμε τη λειτουρ­γία αυτή σαν μια ενεργειακή διαδικασία, που διατρέχει μια ορι­σμένη πορεία, εντελώς αυτόνομα και με αναντίρρητα αποτελέ­σματα. Αν το κάνουμε αυτό, τότε βλέπουμε ξεκάθαρα σ’ αυτή ένα υπερ-ατομικό γεγονός, κάτι που κυριαρχεί πάνω στη ζωή και την κυβερνά.


Πρόσθετη, προσεκτική παρατήρηση μάς λέει, πως η βιοενεργειακή υπέρθεση είναι στενά συνδεμένη με την πλασματική διέ­γερση και με αισθήσεις ρευμάτων σε δυο οργονοτικά συστήματα, είτε αυτά είναι παιδιά, είτε έφηβοι, είτε ενήλικοι. Είναι απόλυτα αναγκαίο, για να συλλάβουμε τη λειτουργία αυτή από τη σωστή σκοπιά, να εγκαταλείψουμε τις πολλές κοινωνικές, πολιτιστικές, οικονομικές, ψυχολογικές και άλλες συνέπειες πού, στην περί­πτωση του ανθρώπου, έχουν περιπλέξει και σχεδόν εξαφανίσει το πρωτότυπό της, τη βιοενεργειακή λειτουργικότητα.


Αν η υπέρ­θεση αναχθεί αφαιρετικά στην πιο απλή της μορφή, εμφανίζεται στο βιολογικό χώρο σαν προσέγγιση μέσα από έλξη και σαν ολοκληρωμένη βιοενεργειακή επαφή δυο οργονοτικών ρευμά­των. Οι μεμβράνες, τα όργανα, τα υγρά, τα νεύρα, η δύναμη της θέλησης, το ασυνείδητο δυναμικό, κ.λπ., πρέπει εδώ να παραλειφθούν, στο μέτρο, που δεν αποτελούν υπέρθεση. Η υπέρθεση δύο οργονοτικών ρευμάτων εμφανίζεται σε μια κοινή λειτουργι­κή αρχή (ΚΛΑ) της φύσης, που συντήκει δυο ζωντανούς οργανι­σμούς κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο — συγκεκριμένο ως προς τη βασική φυσική λειτουργία κι όχι ως προς τους δυο οργανισμούς. Μ’ άλλα λόγια, η υπέρθεση δυο οργονοενεργειακών ρευμάτων φτάνει σαν λειτουργία, πολύ πέρα από τη βιολογία. Κυβερνά άλλες φυσικές σφαίρες, όπως κυβερνά και τα ζωντανά συστήμα­τα. για ν’ ανακαλύψουμε ποιες φυσικές σφαίρες, πέρα από την έμβια, κυβερνούνται απ’ την υπέρθεση δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων, δεν πρέπει να παρεκκλίνουμε από τη βασική της μορ­φή και κίνηση. με βάση την οργονομετρική αφαίρεση, έχει ως εξής:


Superimposition Fig 003
Εικ. 3. Βασική μορφή της λειτουργίας "υπέρθεση"


Τα λειτουργικά της χαρακτηριστικά είναι:

  • 1. Δυο διευθύνσεις ενεργειακής ροής.
  • 2. Σύγκλιση («έλξη») και αμοιβαία προσέγγιση των δυο ενεργειακών ρευμάτων.
  • 3. Υπέρθεση κι επαφή.
  • 4. Συγχώνευση.
  • 5. Απότομη καμπύλωση της πορείας ροής.
  •  

    Η ανακάλυψη της υπέρθεσης στις περιοχές της άβιας φύσης θα ήταν ένα πρώτο αποφασιστικό βήμα για την ανακάλυψη της θεμελιακής ρίζας του ανθρώπου στη φύση, μια κοινή λειτουργική αρχή που, ενώ ήδη υπάρχει και λειτουργεί στη φύση γενικά, διαποτίζει κατά ένα βασικό τρόπο το ζωικό βασίλειο, συμπερι­λαμβανομένου και του ανθρώπου..


    Τα ακόλουθα αποτελούν μια πλατιά γενίκευση. Έχουμε ήδη τονίσει από την αρχή πώς, αυτό που κάνουμε εδώ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πτήση ψηλά, πάνω από μια τεράστια περιοχή, που η εξερεύνησή της θα χρειασθεί κουραστικές, διεξοδικές προσπάθειες. Αργότερα θα είμαστε ελεύθεροι να εγκαταλείψουμε ορισμένα μέρη της η και την όλη άποψη, σε περίπτωση που θα ερχόταν σε αντίθεση με την αυστηρότερη διερεύνηση διαμέσου παρατήρησης και πειράματος καθώς και διαμέσου της οργονομετρίας. Είμαστε επίσης ελεύθεροι να οικοδομήσουμε το πλαίσιο μιας μελλοντικής λεπτομερειακής δράσης, να διατηρή­σουμε τα γενικά της γνωρίσματα, τη διάταξή της και τα βασικά της χαρακτηριστικά, αλλάζοντας το μεγαλύτερο μέρος της εσωτερικής λεπτομερειακής της σύστασης. Είμαστε ελεύθεροι ν’ αφήσουμε την επικύρωση η ανασκευή του οικοδομήματος αυτού σε άλλους. Ωστόσο, θα έπρεπε να θυμίζουμε στον καθένα, που θα προσέγγιζε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, πως θα πρέπει να γνωρίζει καλά το τεκμηριωμένο πλατύ υπόβαθρο, απ’ το όποιο αναδύθηκε το πλαίσιο αυτής της εργαστηριακής κατασκευής. σε κείνους που ποτέ δεν τολμούν να κοιτάξουν μέσα από μικροσκόπιο η τον ουρανό, που δεν κάθονται ποτέ μέσα σ’ ένα συσσωρευτή οργονικής ενέργειας κι όμως είναι γεμάτοι από πλαστές «έγκυρες» γνώμες πάνω στην οργονομία, τους λέμε από πριν: Παραμερίστε και μην ενοχλείτε σοβαρότερες εργασίες. Τουλάχιστον σιωπείστε!


    Χρόνια επίμονων παρατηρήσεων και διαμόρφωσης της λειτουργικής θεωρίας, έχουν χαράξει δυο κύριους δρόμους μέσα στο χώρο της άβιας φύσης, που αποκάλυψαν ότι, η λειτουργία της υπέρθεσης, επενεργεί στις ίδιες στις ρίζες του σύμπαντος. Ο ένας δρόμος οδηγεί στο μικρόκοσμο, ο άλλος στο μακρόκοσμο. Η υπέρθεση είναι η ΚΛΑ (Κοινή Λειτουργική Αρχή), που ενσωματώνει και τους δυο σε μια φυσική λειτουργία.


    Ας αρχίσουμε με τη σφαίρα του μικρόκοσμου. Δε θα μείνουμε πολύ σ’ αυτή, στο μέτρο που υπάρχουν πολλά κενά, αναφορικά με λεπτομέρειες που είναι ουσιαστικής σημασίας, για να έχουμε μια σταθερή βάση, μολονότι τα θεωρητικά περιγράμματα φαίνονται ξεκάθαρα χαραγμένα. Η ουσία του μικροκοσμικού πλαισίου έχει ως εξής:


    Σε απόλυτα σκοτεινά —ντυμένα με μεταλλική επένδυση—, δωμάτια παρατήρησης της οργονικής ενέργειας, μπορούμε να δούμε μονάδες οργονικής ενέργειας, να λαμπυρίζουν και ν’ ακολουθούν ορισμένες τροχιές, καθώς στροβιλίζονται προς τα μπρος μέσα στο χώρο, οι τροχιές αυτές παρουσιάζουν ξεκάθαρα τη μορφή ενός κύματος στροβιλισμού.


    Superimposition Fig 004
    Εικ. 4


    Αυτό αναφέρθηκε σε αρκετές περιπτώσεις πριν πολλά χρό­νια, χωρίς επιπρόσθετη μελέτη. Σήμερα υπάρχουν άφθονες, καλά αιτιολογημένες ενδείξεις, για το γεγονός ότι, δύο τέτοιες σπειροειδώς κινούμενες και διεγερμένες οργονοενεργειακές μονά­δες έλκονται και πλησιάζουν η μια την άλλη, μέχρι να βρεθούν σε υπέρθεση. Ώστε:


    Superimposition Fig 005
    Εικ. 5


    Αποτελεί ουσιαστικό χαρακτηριστικό για τη βάση του τρό­που δουλειάς μας, να δεχτούμε ότι, ο αρχέγονος ωκεανός οργονικής ενέργειας είναι ολότελα απαλλαγμένος από μάζα. Ανάλογα, η μάζα (αδρανής αρχικά μάζα) αναδύεται απ’ αυτό το απαλλαγμένο από μάζα, ενεργειακό υπόστρωμα. Φαίνεται λογικό να δεχτούμε επιπλέον ότι, στη διαδικασία της υπέρθεσης δυο ελεύθερων από μάζα, σπειροειδώς κινούμενων και έντονα διεγερμένων οργονοενεργειακών μονάδων, χάνεται κινητική ενέργεια, ο ρυθμός της σπειροειδούς κίνησης ελαττώνεται σημαντικά, η τροχιά της κίνησης καμπυλώνεται απότομα και επέρχεται μια μεταβολή, από μακρόσυρτη στροβιλιστική πρόσθια κίνηση, σε κυκλική επιτόπια.


    Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της διαδικασίας, αναδύεται η αδρανής μάζα, από την επιβραδυμένη κίνηση δυο η περισσότε­ρων οργονοενεργειακών μονάδων, που βρίσκονται σε υπέρθεση. Είναι αδιάφορο αν ονομάσουμε το πρώτο αυτό σωματίδιο αδρανούς μάζας «άτομο» η «ηλεκτρόνιο» η κάτι άλλο. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανάδυση της αδρανούς μάζας απ’ την παγιωμένη κινητική ενέργεια. Η παραδοχή αυτή βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τους γνωστούς νόμους της κλασικής φυσικής. Συμ­φωνεί ακόμη, όπως θα δειχθεί σ’ ένα άλλο κείμενο, με τη θεωρία των κβάντα.


    Για να συνεχίσουμε τη σκέψη μας, πρέπει να δεχτούμε ακόμα, ότι τα υλικά, χημικά «σωματίδια», που συνθέτουν την ατμόσφαι­ρα, έχουν αρχικά αναδυθεί κι εξακολουθούν να αναδύονται συνε­χώς, μέσα απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότερων στροβιλιζόμενων οργονοενεργειακών μονάδων στο οργονικό περίβλημα τού πλανήτη. Λίγο ενδιαφέρει, στο σημείο αυτό, με ποιόν ιδιαίτερο τρόπο δημιουργούνται οι διάφορες υλικές μονάδες από αρχέγονη οργονική ενέργεια. Περιορίζουμε την περιέργειά μας στην προαναφερόμενη βασική μεταβολή:


    Η AΔΡΑΝΗΣ ΜΑΖΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ AΠ’ ΤΗΝ ΥΠΕΡΘΕΣΗ ΔΥΟ Ή ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΟΜΕΝΩΝ, ΣΠΕΙΡΟΕΙΔΩΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΟΡΓΟΝΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ, ΔΙΑΜΕ­ΣΟΥ AΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ AΠΟΤΟΜΗΣ ΚΑΜΨΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΚΤΕΙΝΟΜΕΝΗΣ ΤΡΟΧΙΑΣ, ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ.


    Superimposition Fig 006
    Εικ. 6.Δημιουργία του αρχέγονου σωματιδίου μάζας (m)μέσα απ΄την οργονοτική υπέρθεση.


    Εδραιώθηκε επομένως, μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στη στροβιλιστική κίνηση της ελεύθερης από μάζα οργονικής ενέργειας (ΟΚ) και στην αδρανή μάζα (m), που χαρακτηρίζει επίσης τη σχέση ουράνιων σωμάτων, που στροβιλίζονται μέσα στον ωκεα­νό της οργόνης που τα περιβάλλει. Σφαίρες ή δίσκοι στερεάς ύλης στροβιλίζονται, σε μια σπειροειδή τροχιά, μέσα σ’ ένα ταχύτερα κινούμενο κυματιστό ωκεανό οργονικής ενέργειας, σαν μπάλες που κινούνται σ’ ένα ταχύτερα κινούμενο κύμα νερού. Η ακριβής αριθμητική σχέση των δυο κινήσεων, αν και μεγάλης σπουδαιότητας, δεν έχει σημασία σ’ αυτό το σημείο. Εκείνο που έχει σημασία, είναι, ότι έχει βρεθεί μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στις κινήσεις της αρχέγονης οργονικής ενέργειας και της ύλης πού, για πρώτη φορά στην Ιστορία της αστροφυσικής, κάνει κατανοητό το γεγονός ότι, τα ουράνια σώματα κινούνται με στρο­βιλισμό. Επιπλέον, κάνει κατανοητό το γεγονός, ότι ο ήλιος και οι πλανήτες μας κινούνται στο ίδιο επίπεδο και προς την ίδια κατεύθυνση, ενωμένα στο διάστημα, σαν μια συνεκτική ομάδα στροβιλιζόμενων σωμάτων. Το στροβιλιστικό κύμα είναι η ενοποίηση της κυκλικής και πρόσθιας κίνησης των πλανητών, της ταυτόχρονης περιστροφής τους στον άξονα Β – Ν και της μετακί­νησής τους στο διάστημα. Ο ωκεανός της οργόνης φαίνεται σαν ο αρχέγονος κινητής των ουράνιων σωμάτων.


    Τώρα, προκύ­πτουν νέα αστροφυσικά προβλήματα, σαφώς καθορισμένα, που δεν μπορούν και δεν θα έπρεπε να συζητηθούν αυτή τη στιγμή. Είναι αρκετό να τα διατυπώσουμε με σαφήνεια:

  • 1.Είναι αναγκαίο να δεχθούμε πώς, τα πρώτα υλικά σωματί­δια, που «δημιουργήθηκαν» απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότε­ρων οργονοενεργειακών μονάδων, σχηματίζουν τον πυρήνα για την ανάπτυξη τού υλικού σώματος. Προς το παρόν, δεν έχει σημασία, αν αυτά τα στοιχεία τού «πυρήνα» τού μελλοντικού ουράνιου σώματος είναι αεριώδους η στερεής φύσης, η αν περνά­νε πιθανώς μέσα από μια διαδικασία εξέλιξης, από αεριώδη σε στερεή κατάσταση. Εκείνο που έχει σημασία είναι, ότι έχει υποθετικά εδραιωθεί ένα σημείο αφετηρίας για τη δημιουργία ενός ουράνιου σώματος από αρχέγονη ενέργεια. (Πρβλ. “The Oranur Experiment: First Report (1947-1951),” Orgone Energy Bulletin, October 1951.)
  • 2. Μια πρόσθετη λογική αναγκαιότητα είναι η παραδοχή μιας ΓΕΝΕΣΗΣ λειτουργίας της έλξης της βαρύτητας. Η ανά­πτυξη του υλικού σωματιδίου, που αποτελεί τον πυρήνα του μελλοντικού ουράνιου σώματος, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση το οργονομικό δυναμικό. Το οργονοτικά ισχυρότερο σώμα έλκει μικρότερα και ασθενέστερα συστήματα, όπως είναι οι απαλλαγ­μένες από μάζα μονάδες οργονικής ενέργειας και άλλα μικρά ποσά αρχέγονης ύλης, καθώς αναδύονται απ’ τον ωκεανό οργόνης, που περιβάλλει τον αρχικό αναπτυσσόμενο πυρήνα. Θα ήταν ακόμα αναγκαίο, να διακρίνουμε ανάμεσα στην οργονοτική έλξη δυο ενεργειακών κυμάτων και στην έλξη βαρύτητας ανάμεσα σε δυο ολικά σώματα, δηλαδή, να εδραιώσουμε το γεγονός ότι, η αρχέγονη οργονοτική έλξη μεταβάλλεται λειτουργικά σε έλξη μάζας, διαμέσου της βαρύτητας.
  • 3. Απο τα σημεία 1 και 2, πρέπει ακόμα να δεχθούμε, πως ο αναπτυσσόμενος υλικός πυρήνας θα πρέπει να περιβάλλεται μό­νιμα από ένα οργονοενεργειακό πεδίο πού, από δω και στο έξης, θα πρέπει να υπόκειται στην ελκτική βαρύτητα εκείνου του πυρή­να. Αυτό θα εξηγούσε την προέλευση του οργονικού περιβλήμα­τος τού ήλιου (στέμμα) και της Γης. Και τα δυο διακρίνονται ξεκάθαρα και διέπονται από βασικές οργονομικές λειτουργίες, όπως είναι η κυματοειδής κίνηση απ’ τη δύση στην ανατολή, η ταχύτερη κίνηση του περιβλήματος συγκριτικά με τη φωταύγεια της σφαίρας, το μπλε χρώμα και ο περιορισμός του μέσα στο πεδίο έλξης του υλικού πυρήνα.
  • 4. Το απαλλαγμένο από μάζα οργονοενεργειακό ρεύμα, που περιβάλλει την υλική σφαίρα πρέπει, εξαιτίας της οργονοτικής έλξης που εξασκεί πάνω του ο πυρήνας, ν’ αποχωρίζεται απ’ το γενικό ρεύμα του κοσμικού ωκεανού οργονικής ενέργειας και ν’ ακολουθεί την περιστροφή τού υλικού σώματος γύρω απ’ τον άξονά του. Έτσι, ο κοσμικός ωκεανός, ως τα τώρα ενιαίος, διαχωρίζε­ται σ’ ένα μεγαλύτερο και σ’ ένα μικρότερο οργονοενεργειακό ρεύμα. Η υπόθεση αυτή θα επαληθευτεί με συγκεκριμένες αστροφυσικές λειτουργίες (πρβ. Εικόνα . 7).

  • Superimposition Fig 007
    C =Πυρήνας, Ρ = Περιφέρεια, Α = Ατμόσφαιρα, OR = οργονικό περίβλημα,
    G = Γαλαξιακό οργονικό ρεύμα.
    Εικ. 7
  • 5. Η αεριώδης ατμόσφαιρα που περιβάλλει τα ουράνια σώματα, θα πρέπει αναγκαστικά να αναδύεται μέσα απ’ την υπέρθεση των απαλλαγμένων από μάζα οργανοενεργειακών μονάδων, στο περιστρεφόμενο οργονενεργειακό περίβλημα. Η αναγκαία αυτή παραδοχή θα έπρεπε να επικυρωθεί κάποια στιγμή με τη θεμελίωση των νόμων, που οδηγούν, απ΄τις απαλλαγμένες από μάζα οργονενεργειακές μονάδες, στα ατομικά βάση των σωματιδίων των αερίων, που αποτελούν την αεριώδη ατμόσφαιρα.
  • 6. Συνεπώς, η συγκέντρωση και η πυκνότητα θα πρέπει να αυξάνονται όσο πλησιάζουμε τον πυρήνα του περιστρεφόμενου σώματος, όπου τα βαρύτερα στοιχεία εντοπίζονται κοντά στο κέντρο και τα ελαφρότερα, όλο και πιο κοντά στην περιφέρεια, ενώ τα πιο ελαφρότερα αέρια — ήλιο, υδρογόνο, αργό, νέο κ.λπ. — εντοπίζονται στην άκρη της περιφέρειας.
  • 7. Στο σημείο αυτό, πρέπει ν’ αναφερθεί μια εξαιρετικά εντυπωσιακή λειτουργική ταύτιση πού, μέχρι τώρα, δεν έχει προσελκύσει την προσοχή της επιστημονικής σκέψης. Τα χημικά στοι­χεία, που συνιστούν την αεριώδη ατμόσφαιρα των πλανητών, είναι ταυτόσημα με τα στοιχεία, που συνιστούν τα ζωντανά οργονοτικά συστήματα. Αυτά είναι: υδρογόνο (Η), οξυγόνο (Ο), άζω­το (Ν) και άνθρακας (0), και τους ποικίλους μοριακούς τους σχηματισμούς όπως CO2, Η2Ο, C6H1206, κ.λπ. Η λειτουργική αυτή ταύτιση πρέπει να έχει μεγάλη σημασία.
  •  

    Η λειτουργική ταύτιση άφορά μόνο τις αρχέγονες οργονοενεργειακές λειτουργίες και τις μεταλλαγές των αρχέγονων, απαλλαγμένων από μάζα λειτουργιών, σε δευτερογενείς με μάζα. Απ’ αυτό το σημείο και μετά, όχι όμως νωρίτερα, οι γνωστοί νόμοι της μηχανικής και της χημείας έχουν πλήρη ισχύ. Υποτάσσονται σε εξέλιξη· έχουν γένεση. Το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί διεξο­δικά είναι ΠΩΣ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΜΕ­ΣΑ ΣΤΟΝ ΑΠΑΛΛΑΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΜΑΖΑ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΩΚΕΑΝΟ ΟΡΓΟΝΟΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.


    Το πλεονέκτημα της υπόθεσής μας, όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω, είναι αρκετά φανερό. Συνοψίζοντας:

  • 1. Μας απαλλάσσει απ’ την αδέξια υπόθεση των υλικών σω­μάτων, που περιστρέφονται σ’ ένα «κενό διάστημα», και η δράση τους επιδέχεται μόνο μαθηματική προσέγγιση και εξελίσσεται σε μια ορισμένη απόσταση, μέσα σ’ ένα «πεδίο». Το «πεδίο» είναι πραγματικό και η φύση του μπορεί να μετρηθεί και να παρατηρηθεί, συνεπώς έχει υλική φύση. Το διάστημα δεν είναι κενό, αλλά γεμάτο, συνεχές και χωρίς χάσματα.
  • 2. Επιπλέον, μάς απαλλάσσει από την άβολη ιδέα, ότι μια ελκτική βαρύτητα, που δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδειχτεί, εξασκείται απ’ τον ήλιο σε τρομακτικές αποστάσεις, πάνω σ’ όλους τους πλανήτες. Ο ήλιος και οι πλανήτες κινούνται στο ίδιο επίπεδο και περιστρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση εξαιτίας της κίνησης και της κατεύθυνσης του κοσμικού οργονοενεργειακού ρεύματος στο γαλαξία. Συνεπώς, ο ήλιος δεν «έλκει» τίποτα απολύτως. Είναι απλώς ο μεγαλύτερος αδερφός όλης της ομάδας.
  • Δεν κάναμε τίποτα παραπάνω, από το να σκιαγραφήσουμε τη μετάβαση από τη μικροκοσμική στη μακροκοσμική λειτουργία. Θα επιστρέψουμε αργότερα στην υπέρθεση, στο χώρο τού μακρό­κοσμου, πιο διεξοδικά.


       

    Η υπέρθεση στα γαλαξιακά συστήματα


    Στρεφόμαστε τώρα στα μακροκοσμικά φαινόμενα της οργονοτικής υπέρθεσης. Η γέφυρα, που συνδέει το μικροκοσμικό και βιονεργειακό με το μακροκοσμικό χώρο, περιέχεται στη γερά θεμελιωμένη αρχή του «οργονομικού δυναμικού». Η βασική αυτή λειτουργία είναι αρκετή για να ερμηνεύσει την εξέλιξη των μικροκοσμικών σε μακροκοσμικά οργονοτικά συστήματα. Η πρώτη υπέρθεση δύο οργονοενεργειακών μονάδων διαταράσσει, υποχρεωτικά, την ισορροπία της ομαλότητας κατανομής της κοσμικής ενέργειας, μέσα απ’ το σχηματισμό ενός πρώτου «ισχυ­ρότερου» ενεργειακού συστήματος. Το πρώτο αυτό ισχυρότερο σύστημα, από δω και στο εξής, έλκει άλλες πιο ανίσχυρες μονά­δες και μ’ αυτό τον τρόπο αναπτύσσεται. Βασικά, δεν υπάρχουν όρια στην ανάπτυξη ενός οργονοτικού συστήματος, εκτός απ’ την περίπτωση στερεοποίησης η παγίωσης της ενέργειας σε αδρανή μάζα. Η ίδια αυτή αρχή ισχύει και για τα ζωντανά οργονοτικά συστήματα. Η στερεοποίηση του οστεϊκού συστήματος αποδείχνει καθαρά τον περιορισμό της συνεχούς ανάπτυξης στα μετάζωα. με τον ίδιο τρόπο, μπορεί κανείς να δεχτεί, πως ο σχηματισμός ενός στερεοποιημένου πυρήνα σ’ ένα μακροκοσμικό σύστημα, πρέπει να εμποδίζει την παραπέρα ανάπτυξή του.


    Όσο κι αν είναι ακόμα συγκεχυμένες οι λεπτομερείς λειτουρ­γίες της ανάπτυξης αυτού του είδους, η κλασική αστροφυσική έρευνα έχει ήδη δείξει ξεκάθαρα, μολονότι δεν το ξέρει, πως η δημιουργία ορισμένων γαλαξιακών συστημάτων οφείλεται στην υπέρθεση δύο κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. Οι περισσότεροι «σπειροειδείς γαλαξίες» παρουσιάζουν δύο η περισσότερους βραχίονες, που ενώνονται στον «πυρήνα» ολό­κληρου τού συστήματος.


    Η ακόλουθη φωτογραφία ενός σπειροειδούς νεφελώματος, τραβήχτηκε στο Mount Wilson Observatory, στις 10 και στις 11 Μαρτίου του 1910, με το κατοπτρικό τηλεσκόπιο των 60 ιντσών (έκθεση 7 ώρες 30′). Το νεφέλωμα έχει τον αριθμό G9-Μ 101, NGC 5457 (πρβ. εικ. 26).


    Superimposition Fig 026
    Εικ. 26. Messier 101, σπειροειδές νεφέλωμα.
    (φωτογραφία Mount Wilson)


    Τέσσερεις τουλάχιστον βραχίονες διακρίνονται ξεκάθαρα και, πιθανώς, ολόκληρο το σύστημα αποτελείται από πέντε ή έξι βραχίονες. Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά λογική αμφιβολία αναφορικά με την σπειροειδή κίνηση που απεικονίζεται στη φωτο­γραφία. Πρόκειται για μια εξαιρετικά εντυπωσιακή φωτογραφία ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΥΠΕΡΘΕΣΗΣ περισσότερων από δυο κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. στο κέντρο, βλέπουμε το σχεδόν κυκλικό σχήμα του μελλοντικού «πυρήνα», όπου γίνεται η συγ­χώνευση των διάφορων ρευμάτων. Είναι ο αναπτυσσόμενος, αρχικός δισκοειδής πυρήνας τού γαλαξιακού συστήματος.


    Έχουν ακουστεί διάφορες γνώμες στην αστροφυσική φιλολο­γία, σχετικά με το θέμα αν οι βραχίονες τού σπειροειδούς νεφε­λώματος δείχνουν διάλυση η ενοποίηση των γαλαξιακών συστη­μάτων. Τουλάχιστον ένας αστρονόμος, ο Harlow Shapley, αστρονόμος στο πανεπιστήμιο του Harvard, εξέφρασε την πεποίθηση πώς, τα σπειροειδή νεφελώματα με τους βραχίονές τους, μαρτυ­ρούν το αρχικό στάδιο ενός αναπτυσσόμενου γαλαξία. Η ύπαρξη της οργονικής ενέργειας μας αναγκάζει να υποστηρίξουμε και να παραδεχθούμε την άποψη αυτή. Κάνει κατανοητά πολλά γνωρί­σματα της όλης εικόνας του σπειροειδούς νεφελώματος:

  • 1. Την αδιάψευστη έκφραση της σπειροειδούς κίνησης.
  • 2. Την περιστροφή του όλου συστήματος.
  • 3. Την υπέρθεση και συγχώνευση δύο η περισσότερων κο­σμικών ενεργειακών ρευμάτων.
  • 4. Τη γέννηση ενός κέντρου βαρύτητας του όλου συγκροτή­ματος.
  • 5. The birth of a gravitational center of the total structure.
  • 6. Το οργονοενεργειακό περίβλημα τόσων πολλών ουράνιων σωμάτων, που περιστρέφεται ταχύτερα από τον υλικό πυρήνα.
  • 7.Τη διαφοροποίηση του ουράνιου οργονοτικού συστήμα­τος, σ’ ένα σκληρό πυρήνα και μια «περιφέρεια» μ’ ένα ενεργειακό «πεδίο».
  •  

    Βέβαια, αμέτρητα είναι τα προβλήματα, που παραμένουν άλυτα. Ωστόσο, σαν προσχέδιο για μια μελλοντική λεπτομερειακή διερεύνηση της οργονομικής υπόθεσης, φαίνεται να υπόσχεται πολλά και αξίζει να ελεγχθεί με παρατηρήσεις και μετρήσεις.


    Σαν πιο κατάλληλο μοντέλο για τη μελλοντική μας εργασία, φαίνεται αναγκαία η ακόλουθη παραδοχή, αναφορικά με τα στά­δια εξέλιξης σταθερών αστρικών συστημάτων.


    Φάση πρώτη: κινούμενα ρεύματα κοσμικής οργονικής ενέργειας ασχημάτιστα ακόμη, χωρίς δομή, με μικρές η καθόλου αποτελεσματικές διαφορές σε δυναμικό πυκνότητας, ο «ακανόνιστος» γαλαξίας (πρβ. εικ. . 27)


    Superimposition Fig 027
    Εικ. 27.«Aκανόνιστος» γαλαξίας (φωτογραφία Mount Wilson)


    Φάση δεύτερη: αμοιβαία προσέγγιση δυο η περισσότερων τέτοιων κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων, ακολουθούμενη από υπέρθεση και σχηματισμό ενός σπειροειδούς νεφελώμα­τος με δυο η περισσότερους βραχίονες (πρβ. εικ. 26).


    Φάση τρίτη: συγχώνευση και σύντηξη στο σπειροειδές κέντρο, που ακολουθείται από συγκέντρωση και μικροϋπέρθεση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ύλης κι ενός προοδευτι­κά σκληρυνόμενου πυρήνα η κέντρου.


    Φάση τέταρτη: σχηματισμός ενός δισκοειδούς η σφαιροει­δούς γαλαξία· προοδευτική επιβράδυνση της όλης κίνησης· εξαφάνιση των βραχιόνων της σπειροειδούς μορφής, όπως αντιπροσωπεύεται καλύτερα απ’ τον σπειροειδή γαλαξία ΝGC4565 κι από τον ΝGC891 στην Aνδρομέδα (φωτογραφία του Mount Wilson Observatory, (πρβ. εικ. 28).


    Superimposition Fig 028
    Εικ. 28. NGC 891, Ανδρομέδα, σπειροειδές νεφέλωμα απ’ το πλάι.(φωτογραφία Mount Wilson )


    Το δικό μας γαλαξιακό σύστημα, όπως φαίνεται σαν ένας γαλακτώδης δρόμος στον ουρανό, εμφανίζει ακόμα ξεκάθαρα, τη σπειροειδή μορφή με δυο βραχίονες.


    Φάση πέμπτη: σχηματισμός ενός σφαιρικού συγκροτήματος, που αποτελείται από ήδη σαφώς διαφοροποιημένα, μεμονωμένα άστρα, που είναι πυκνότερα προς το κέντρο του όλου συγκροτή­ματος (πρβ. εικ. 29)


    Superimposition Fig 029
    Εικ. 29. Messier 13, «Το Μεγάλο Συγκρότημα τον Ηρακλή».(φωτογραφία Mount Wilson)


    Εδώ βρίσκεται το φυσικό όριο της ερευνάς μας. Ωστόσο, είναι ουσιαστικής σημασίας να επιτρέψουμε στις ίδιες λειτουρ­γίες, που διέπουν το σχηματισμό των γαλαξιακών συστημάτων, να διέπουν επίσης το σχηματισμό των μεμονωμένων άστρων, μέσα στο γαλαξία, και των μεμονωμένων πλανητών γύρω από ένα σταθερό άστρο. Ο δακτύλιος του Ποσειδώνα φαίνεται να φανε­ρώνει την καταγωγή του από μια δισκοειδή συγκέντρωση οργονοενέργειας.


    Η βασική μορφή της κοσμικής γαλαξιακής υπέρθεσης, είναι ίδια με τη βασική μορφή της οργανισμικής και μικροοργονοτικής υπέρθεσης. (Πρβ. εικ. .30)


    Superimposition Fig 030
    Εικ. 30. Κοσμική υπέρθεση δυο οργονοενεργειακών ρευμάτων.


    Η λειτουργία της κοσμικής υπέρθεσης διακρίνεται πιο ξεκά­θαρα στις ακόλουθες απεικονίσεις.
    Με τη σπειροειδή μορφή ΝGC 1042 (πρβ. εικ. 31):


    Superimposition Fig 031
    Εικ. 31. Σχέδιο της εικ. 32 που δείχνει την κατεύθυνση ροής των οργονοενεργειακών ρευμάτων.


    Superimposition Fig 032
    Εικ. 32. Μια ανάλυση της σπειροειδούς μορφής με μικροπυκνωτή από την δεσποινίδα F.S. Paterson, που εργάστηκε πάνω σε μια φωτογραφία τραβηγμένη στο Oak Ridge, σύμφωνα με τους γαλαξίες του Shapley.


    Με τη σπειροειδή μορφή Ν05 1566 (πρβ. εικ. 33):


    Superimposition Fig 033
    Εικ. 33. ΝGC 1566. ένας νότιος σπειροειδής γαλαξίας φωτογραφημένος
    με το νότιο κάτοπτρο του reflector
    Harvard.


    Superimposition Fig 034
    Εικ. 34.Ένα σχέδιο της εικ. 33, που δείχνει την διεύθυνση ροής
    δύο οργονοεργειακών ρευμάτων.


    Η γωνία προσέγγισης είναι εδώ 180° μικρότερη, με προσέγγιση 23°-25°.
    Με τη σπειροειδή μορφή G 10 (πρβ. εικ. .35):


    Superimposition Fig 035
    Εικ. 35.Messier 81, σπειροειδής μορφή G 10.
    (φωτογραφία Mount Wilson)


    Η προσέγγιση γίνεται από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις κατά παράλληλο τρόπο (γωνία προσέγγισης, 180°).


    Superimposition Fig 036
    Εικ. 36 Ένα σχέδιο της εικόνας 35, που δείχνει την κατεύθυνση ροής
    των δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων.


    Τα παραδείγματα αυτά είναι ίσως αρκετά προς το παρόν, για ν’ αποδείξουν τη μεγάλη πιθανότητα της οργονομικής λειτουργι­κής υπόθεσης, αναφορικά με τη δημιουργία σπειροειδών μορφών νεφελωμάτων, απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότερων κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. Συνεπώς, εκείνο που συνιστά το αρχικό «υλικό», απ’ το όποιο γίνονται οι γαλαξίες, δεν είναι ούτε ύλη, ούτε σωματίδια η σκόνη, αλλά αρχέγονη οργονική ενέργεια. Είναι ξεκάθαρο, πως η υπόθεση αυτή τείνει να συναγωνιστεί την ατομική θεωρία πού, στη ρίζα της κοσμικής δημιουργίας, τοπο­θετεί υλικά σωματίδια με τη μορφή της «κοσμικής σκόνης».

    Η οργονομική, ενεργειακή υπόθεση δέχεται, ότι η ύλη ανα­δύεται από την οργονική ενέργεια, μέσα από υπέρθεση στο μικρόκοσμο, όπως ακριβώς ολόκληρος ο γαλαξίας αναδύεται μέσα από υπέρθεση στο μακρόκοσμο.


    Υπέρθεση Βαρύτητας


    (Τα ακόλουθα είναι αποτέλεσμα μιας λειτουργικής εργαστηριακής σύνθεσης.)


    Οποιαδήποτε προσπάθεια για μια οργονομική θεωρία της βαρύτητας, πρέπει να προέρχεται από λειτουργικές και όχι μηχανιστικές αρχές. Θα πρέπει, αρχικά, να εγκαταλείψει την απόλυτη, αιώνια άποψη της βαρύτητας και να την αντικαταστήσει με τη γενετική άποψη, σύμφωνα με την όποια, οι ίδιοι βασικοί φυσικοί νόμοι, δημιουργούνται και χάνονται ξανά, όπως κάνουν όλες οι άλλες φυσικές λειτουργίες. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η έλξη μεταξύ αδρανών μαζών, πρέπει να έχει προκόψει μαζί με τη δημιουργία της μάζας, από την απαλλαγμένη μάζας αρχέγονη κοσμική ενέργεια. Δεύτερο, θα αχρηστεύσει τη μηχανική βαρύτητα της κλασικής φυσικής, όχι με μαθηματικές αφαιρέσεις, αλλά με την πιο πλησιέστερη δυνατή παρατήρηση των πραγματικών λειτουργιών της.


    Είναι εκπληκτικό να γίνεσαι μάρτυρας της ανάδυσης νέων ενοράσεων, μέσα από αλλαγές των θεωρητικών αρχών. Η λειτουργική αρχή της υπέρθεσης εφαρμόζεται εύκολα στη λειτουρ­γία της βαρύτητας με τον ακόλουθο τρόπο:

    Η εμφάνιση της ελεύθερης πτώσης των σωμάτων παραπλανεί τον παρατηρητή, ώστε να πιστεύει ότι, ένα μήλο, για παράδειγμα, πέφτει κατακόρυφα προς το κέντρο της Γης. Αυτό αληθεύει μόνο αναφορικά με τη σχέση: Γη – μήλο. Ωστόσο, αν αντικαταστήσουμε την άμεση αυτή σχέση δυο μεταβλητών με την κοινή λειτουργική αρχή (ΚΛΑ), τόσο της Γης, όσο και του μήλου —την οργονοενεργειακή ροή— βλέπουμε, πως το μήλο δεν πέφτει πραγματικά κατακόρυφα κι επιπλέον, δεν φτάνει ποτέ το κέντρο της Γης, ούτε και πρόκειται να το φτάσει, ακόμα κι αν η όλη της Γης επέτρεπε μια τέτοια διείσδυση προς το κέντρο. Αυτό αποδεικνύεται απ’ τη συμπεριφορά της σελήνης, αναφορικά με τη Γη. Σύμφωνα με το Νεύτωνα, η σελήνη μοιάζει να πέφτει, όπως ένα μήλο, προς το κέντρο της Γης. Και οι μαθηματικοί υπολογισμοί ενισχύουν αυτή την πρότα­ση. Ωστόσο, η σελήνη δε φτάνει ποτέ την επιφάνεια της Γης. Επομένως, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και το φαινό­μενο. Η εισαγωγή μιας φυγόκεντρης δύναμης, που εξισορροπεί την κεντρομόλο πτώση, δεν καταργεί το χάσμα αυτό. Απλώς, το κάνει πιο πολύπλοκο, εισάγοντας ένα ακόμη άγνωστο.


    Ας ακολουθήσουμε τις κινήσεις τόσο της σελήνης, όσο και της Γης, αναφορικά με την ΚΛΑ τους, τη ροή του κοσμικού ωκεανού οργόνης. Θα είμαστε τότε σε θέση να ενοποιήσουμε το φαινόμενο με τη θεωρία βαρύτητας της μάζας.


    Το σχέδιο της εικ. 49 δείχνει την πραγματική αλληλοσυσχέτισή τους. Τόσο το φεγγάρι, όσο και η Γη, στροβιλίζονται στο διάστημα, ενώ οι αντίστοιχες ανοιχτές (όχι κλειστές) τροχιές τους, πλησιάζουν αμοιβαία και χωρίζουν ξανά. Επομένως, εκεί­νες που συναντιούνται, δεν είναι οι ελκτικές μάζες, αλλά οι τροχιές τους.


     Superimposition Fig 049
    Εικ.49. «Η σελήνη (Μ) «πέφτει» προς το κέντρο (Ο της Γης (Ε)».
    Υπέρθεση βαρύτητας των τροχιών σελήνης και Γης.


    Η σελήνη δεν «γυρίζει γύρω απ’ τη Γη», στο μέτρο που οι τροχιές των κινήσεων είναι ανοιχτές, σπειροειδείς καμπύλες. Η σελήνη δεν φτάνει το κέντρο της Γης. Αλλά φτάνει πράγματι ένα σημείο στο διάστημα, όπου το κέντρο της Γης βρισκόταν ή θα ξαναβρεθεί αργά ή γρήγορα.


    Η κοσμική οργονοενεργειακή ροή, που μεταφέρει τη Γη και τη σελήνη στην ίδια κατεύθυνση, στο ίδιο επίπεδο και με τέλειο συντονισμό των ταχυτήτων τους, είναι ο αληθινός παράγοντας της ελεύθερης πτώσης λόγω βαρύτητας. στη λειτουργική ΚΛΑ τόσο της Γης, όσο και της σελήνης — το οργονοενεργειακό ρεύμα — οφείλεται το γεγονός ότι, οι κατά τα άλλα αντιφατικές θεωρίες γύρω απ’ τη βαρύτητα των ουράνιων σωμάτων, αποδεικνύονται αληθινές.

  • 1. Η σελήνη, πέφτει ουσιαστικά προς το κέντρο της Γης. Είναι όμως επίσης αλήθεια, ότι το ουσιαστικό υλικό κέντρο της Γης δεν βρίσκεται πια εκεί απ’ όπου πέρνα, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, το κέντρο της σελήνης, στην πορεία της «γύρω» απ’ τη Γη.
  • 2. Είναι προφανώς αλήθεια, πως υπάρχει κάποια «ΕΛΞΗ», που ασκείται απ’ τη Γη πάνω σε σώματα που πέφτουν. Λειτουργι­κά όμως, δεν οφείλεται σε μια έλξη από την αδρανή μάζα της Γης — που δε θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδειχτεί οφείλεται στην πρωτο­γενή συγκλίνουσα κίνηση δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων. Αυτό έχει δειχθεί σε σχέση με το σχηματισμό των γαλαξιών. Το γεγονός ότι, η βαρύτητα είναι μια λειτουργία συγκλινόντων ρευ­μάτων αρχέγονης ενέργειας, προκύπτει απ’ τη βασική φυσική λειτουργία της ΥΠΕΡΘΕΣΗΣ δυο οργονοτικών ρευμάτων. Συνε­πώς, υπεύθυνη για την «έλξη βαρύτητας» είναι και πάλι η ΚΛΑ, το κοσμικό οργονοενεργειακό ρεύμα.
  • 3. Είναι επίσης αλήθεια, πως η πτώση της σελήνης προς το κέντρο της Γης αντισταθμίζεται από μια ίση δύναμη, που δρα σε αντίθετη κατεύθυνση, γεγονός που έχει, σαν αποτέλεσμα, μια φαινομενικά κυκλική κίνηση γύρω απ’ το κέντρο της Γης. Η σελήνη δε φτάνει ποτέ το πραγματικό κέντρο της Γης, αλλά φτάνει το φανταστικό κέντρο ή, μ’ άλλα λόγια, το σημείο του διαστήματος, όπου βρισκόταν το κέντρο της Γης πριν από λίγο η θα ξαναβρεθεί έπειτα από λίγο.
  •  

    IΕίναι συναρπαστικό να μελετήσουμε αυτές τις λειτουργίες της φύσης, όπως αντανακλώνται στο ερευνητικό ανθρώπινο μυα­λό, όντας ταυτόχρονα αληθινές και ψεύτικες, ανάλογα με τον τρόπο που τις βλέπει κανείς στη δοσμένη περίπτωση.


    Για να συνοψίσουμε:


    Η λειτουργία της βαρύτητας είναι πραγματική. Ωστόσο, δεν είναι το αποτέλεσμα της έλξης των μαζών, αλλά των συγκλινόντων κινήσεων δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων. Από τα συγκλίνοντα αυτά ρεύματα αναδύθηκαν κάποτε μάζες, που υπόκεινται σε «έλξη» και σε «βαρύτητα» και μεταφέρονται ακόμα μέσα στο σύμπαν απ’ τα ίδια ρεύματα κατά ένα ολοκληρωμέ­νο, ενιαίο τρόπο, όπως εκφράζεται στην κοινή κατεύθυνση κί­νησής τους, στο κοινό επίπεδο κίνησης, στην αμοιβαία προσέγ­γιση των κέντρων τους και στην αμοιβαία συντονισμένη ταχύτη­τα της στροβιλιστικής τους κίνησης (πρβ. εικ. .50)


    Superimposition Fig 050
    m, M = δύο μάζες που έλκονται λόγω βαρύτητας
    g =φαινομενική βαρύτητα
    GSm, GSM = ΑΛΗΘΙΝΗ βαρύτητα μέσα από την ΥΠΕΡΘΕΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΟΝΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΡΕΥΜΑΤΩΝ (ΤΡΟΧΙΩΝ)
    mCM = m φαινομενικά στο Κέντρο του M.
    ΕΙκ. 50. Υπέρθεση βαρύτητας.


    Όλ’ αυτά, φαίνεται να προσφέρουν ένα στέρεο πλαίσιο για εργαστηριακές δραστηριότητες, μιας μελλοντικής λεπτομερεια­κής επεξεργασίας και αριθμητικού καθορισμού των πλανητικών κινήσεων. Η υπόθεση, σύμφωνα με την όποια, η βαρύτητα είναι μία λειτουργία υπέρθεσης οργονοενεργειακών ρευμάτων, αξίζει προσεκτικότερη εξέταση, συνδυασμένη με πάρα πολλή προσοχή και αυστηρά τεκμηριωμένη κριτική των δεδομένων της.